ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ: ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ;
Του Νίκου Γεωργαντά
Η 9η Μαΐου έχει καθιερωθεί να γιορτάζεται ως η Ημέρα της Ευρώπης καθότι στις 09-05-1950 έλαβε χώρα από τον τότε Γάλλο υπουργό Εξωτερικών Ρομπέρ Σουμάν (Robert Schuman) η παρουσίαση της πρότασης, η οποία έμεινε στην ιστορία ως Διακήρυξη Schuman (Declaration Robert Schuman), για την δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ). Η τελευταία αποτέλεσε προπομπό της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και απαρχή της δημιουργίας της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε).
O ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Ελλάδας έκανε
την εμφάνισή του στην ελληνική πολιτική σκηνή με την υπογραφή της Συμφωνίας Σύνδεσης Ελλάδας – ΕΟΚ το 1961 , η οποία «πάγωσε» με την επιβολή
της στρατιωτικής δικτατορίας (Απρίλιος 1967). Επαναβεβαιώθηκε και οριστικοποιήθηκε μετά την μεταπολίτευση με
την ενσωμάτωση της χώρας στην Ευρωπαϊκή
Κοινότητα, ως πλήρους μέλους τον
Μάιο του 1979 οπότε και υπεγράφη στην Αθήνα (Ζάππειο Μέγαρο), η Πράξη Προσχώρησης. Η Βουλή των Ελλήνων
κύρωσε την Πράξη Προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στις 28
Ιουνίου 1979. Η πλήρης ένταξη έλαβε
χώρα δύο χρόνια αργότερα, την 1η
Ιανουαρίου 1981.
Η ΕΟΚ και μετέπειτα Ευρωπαϊκή Ένωση
αποτελεί ένα πρωτοφανές (sui generis
λέγεται στα νομικά), οικονομικό, πολιτικό και νομικό φαινόμενο στην
ανθρώπινη ιστορία καθότι τα κράτη μέλη εκχώρησαν οικειοθελώς αρμοδιότητες,
στους τομείς που συμφωνήθηκε, σε έναν υπερεθνικό οργανισμό, ο οποίος νομικά δεν
αποτελεί ούτε καν ομοσπονδία ανεξάρτητων κρατών (εξού και γίνεται λόγος για ομοσπονδίωση, μια αέναη και αδιάκοπη πορεία προς
την ομοσπονδοποίηση κατά το όραμα των φεντεραλιστών).
Δημιουργήθηκε μια εσωτερική αγορά με ελεύθερη κυκλοφορία
εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων και η Ένωση διαθέτει κοινή αγροτική
και αλιευτική πολιτική και κοινή εμπορική πολιτική προς τις τρίτες χώρες. Το
ευρωπαϊκό – κοινοτικό δίκαιο σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη υπερισχύει του
δικαίου των κρατών – μελών και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διασφαλίζει
την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή του.
Στο πλαίσιο της Οικονομικής και Νομισματικής
Ένωσης (ΟΝΕ) εισήχθη ενιαίο νόμισμα, το ευρώ, που έχει υιοθετηθεί από δεκαεννέα
κράτη μέλη μέχρι σήμερα. Ωστόσο, λόγω
των αντιδράσεων και ενστάσεων την δεκαετία του 1990 κυρίως του Ηνωμένου
Βασιλείου (που προσφάτως αποχώρησε από
την Ε.Ε. χωρίς να έχουν ακόμα διευθετηθεί οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ των 2
πλευρών) δεν προχώρησε η πολιτική εμβάθυνση και η στρατιωτική συνεργασία,
με αποτέλεσμα σε αυτά τα πεδία η πρόοδος να βρίσκεται σε εμβρυϊκό στάδιο.
Αποτέλεσμα αυτού του «ανορθολογισμού»
είναι ότι η Ένωση δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένη για την αντιμετώπιση μιας
μεγάλης οικονομικής κρίσης, όπως αυτή του 2008. Κάτι το οποίο η Ελλάδα βίωσε με
τον δραματικότερο τρόπο. Οι Ευρωσκεπτικιστές δείχνουν να έχουν πάρει το πάνω
χέρι, η Ένωση μοιάζει βαθιά διαιρεμένη μεταξύ Βορείων και Νοτίων (κάτι το οποίο αποδείχθηκε και στο ζήτημα του
προσφυγικού – μεταναστευτικού), ενώ βλέπουμε και δημοσιεύματα του τύπου «η
Ε.Ε. φτάνει στο τέλος της, πλήρης διάσταση συμφερόντων μεταξύ των μελών», «Διαλύεται
το μαγαζί» και άλλα.
Η ιστορική δυστοκία της Ε.Ε. στην
λήψη άμεσων αποφάσεων και η έλλειψη πολιτικής ενοποίησης είχαν ως συνέπεια κατά
την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης να διαφανεί και να αναδειχθεί
παραστατικά το θεσμικό και πολιτικό
έλλειμμα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα εκ των
θεσμικών οργάνων της Ε.Ε., η Ευρωπαϊκή
Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.), υπό
την προεδρία του Ιταλού Μάριο Ντράγκι,
έπραξε όχι μόνο αυτό που της αναλογούσε αλλά το παν προκειμένου να μην
καταρρεύσει το όλο οικοδόμημα. Σε μια ιστορική ομιλία του στο Λονδίνο, στις 26
Ιουλίου 2012, ο επονομαζόμενος και Σούπερ Μάριο δήλωσε ότι για την σταθερότητα
του ευρώ, η ΕΚΤ θα έκανε «ο,τιδήποτε χρειαστεί» («whatever it takes»), διαβεβαιώνοντας ταυτόχρονα ότι έχει πολλά και ισχυρά μέσα στη
διάθεσή της και στο πλαίσιο της εντολής της.
Ακολούθησε τον Ιούλιο του 2015 το περίφημο
πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης (quantitative
easing ή QE) PSPP (Public Sector Purchase Programme), ένα μη συμβατικό μέτρο
νομισματικής πολιτικής. Ουσιαστικά επρόκειτο για έμμεσο τύπωμα χρήματος διά της αγοράς ομολόγων
των κρατών μελών από τις εμπορικές τράπεζες. Δυστυχώς, η Ελλάδα δεν επωφελήθηκε
από το εν λόγω πρόγραμμα για λόγους που δεν είναι της παρούσης να συζητηθούν.
Το όλο ζήτημα ανεφύη πάλι λόγω των
άμεσων αποφάσεων που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας
του κορονοϊού και της συνεπακόλουθης ύφεσης και
οικονομικής κρίσης.
H EKT καλύπτοντας στην ουσία το πολιτικό έλλειμμα και την βραδύτητα στην λήψη αποφάσεων των λοιπών θεσμικών οργάνων, ανακοίνωσε προσωρινό Πρόγραμμα Αντιμετώπισης της Πανδημίας (Pandemic Emergency Purchase Programme =PEΡΡ) ύψους 750 δις ευρώ.
Μάλιστα, ανακοίνωσε ορθά κοφτά ότι ενώ μέχρι σήμερα η κεντρική τράπεζα σύμφωνα με το
Καταστατικό της δεν μπορούσε να
αγοράζει κρατικά ομόλογα σε ποσοστό μεγαλύτερο από το 33% του χρέους
κάθε χώρας – μέλους, το όριο αυτό παύει να ισχύει για το τρέχον πρόγραμμα.
Ακολούθησε, μέσα σε συγκρουσιακό
πλαίσιο Βορρά – Νότου, η απόφαση του Γιούρογκρουπ για μέτρα στήριξης ύψους 540
δις ευρώ. Η Σύνοδος Κορυφής, λίγες ημέρες μετά, μετά από οργιώδες παρασκήνιο
και αφού έπεσαν οι τόνοι με παρέμβαση του γαλλογερμανικού άξονα, κατέληξε σε
συμφωνία για την σύσταση Ταμείου
Ανάκαμψης, χωρίς όμως να έχει συμφωνηθεί ξεκάθαρα μέχρι και σήμερα το ύψος της
παρέμβασης, ο τρόπος και η μορφή χρηματοδότησης αλλά και η διανομή αυτής στα
κράτη – μέλη, ζήτημα για το οποίο εξουσιοδοτήθηκε η Επιτροπή.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, κι ενώ ήταν
βέβαιο ότι στην παραπάνω απόφαση της ΕΚΤ θα ασκηθεί κριτική και θα προκύψουν
νομικά θέματα για άμεση χρηματοδότηση κρατών, εκδόθηκε την προηγούμενη Τρίτη η
περιβόητη απόφαση από το Ομοσπονδιακό
Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας (BVerfG). Η απόφαση αυτή, εν ολίγοις,
κρίνει ότι το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης του 2015 ( PSPP - Public Sector
Purchase Programme), εκφεύγει των αρμοδιοτήτων της ΕΚΤ και την καλεί την να
τεκμηριώσει εγγράφως προς την Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας (Bundesbank) εντός 90 ημερών την ανάγκη ύπαρξης
αυτού του προγράμματος.
Σημειώνεται ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει γνωμοδοτήσει
ρητά τον Δεκέμβριο του 2018 ότι το Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης ήταν εντός των
αρμοδιοτήτων της ΕΚΤ [Απόφαση της 11.12.2018 του Ευρωπαϊκού
Δικαστηρίου (C- 493/17) όπου αφού κρίνει ότι δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό
να θίξει το κύρος της απόφασης (ΕΕ) 2015/774 της ΕΚΤ, της 4ης Μαρτίου 2015
απορρίπτει τα προδικαστικά ερωτήματα του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου].
Η Κομισιόν απάντησε με έντονο ύφος ότι με βάση τις αποφάσεις του
Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ευρωπαϊκό – κοινοτικό δίκαιο αποτελεί την
υπέρτερη πηγή δικαίου, υπερισχύοντας και των Συνταγμάτων των κρατών – μελών.
Η παραπάνω απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου δείχνει να αμφισβητεί
ευθέως την έννομη τάξη της Ε.Ε. και την αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου
να είναι αποκλειστικά αρμόδιο για υποθέσεις που αφορούν τα ευρωπαϊκά θεσμικά
όργανα.
Και βεβαίως είχε άμεσες συνέπειες στο
κόστος δανεισμού των κρατών – μελών ενώ ενστάλαξε μεγάλες δόσεις απαισιοδοξίας
σε όσους αναμένουν ένα γενναίο πακέτο διά του Ταμείου Ανάκαμψης προς αντιμετώπιση
της κορονο - ύφεσης.
Ακόμα και ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας και νυν πρόεδρος της Βουλής (Bundestag), Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε δήλωσε προ ολίγου ότι η απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου είναι επικίνδυνη για τα ομόλογα και το ευρώ, διότι αμφισβητεί την ανεξαρτησία της ΕΚΤ.
Ακόμα και ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας και νυν πρόεδρος της Βουλής (Bundestag), Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε δήλωσε προ ολίγου ότι η απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου είναι επικίνδυνη για τα ομόλογα και το ευρώ, διότι αμφισβητεί την ανεξαρτησία της ΕΚΤ.
Όπως έλεγαν διάφοροι ευρωπαίοι αξιωματούχοι, αν προκειμένου
να λάβει μια απόφαση η ΕΚΤ απαιτείται έγκριση από τις κεντρικές τράπεζες των 19
κρατών μελών αλλά και απόφαση από τυχόν
19 εθνικά δικαστήρια, τότε μπορούμε απλά να διαλυθούμε ησύχως.
Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί μοιάζει
και είναι περίπλοκη. Αυτό που μας κρατά σχετικά αισιόδοξους είναι το γεγονός
ότι η Ε.Ε. παραδοσιακά βραδυπορεί στην λήψη των αποφάσεων, στην λογική της αέναης
διαπραγμάτευσης. Αλλά πλέον οι καιροί δεν σηκώνουν αναβολές και είναι αναγκαίες
όσο ποτέ δραστικές αποφάσεις. Πρέπει να το αντιμετωπίσει ως μια ευκαιρία
ανάκτησης της εμπιστοσύνης εκ μέρους των πολιτών και προπαντός να σταλεί μήνυμα ελπίδας.
Προτού η πυορροούσα πληγή καταστεί χαίνουσα… …


