ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ: ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ ΕΓΙΝΕ
Του Νίκου Γεωργαντά
Για τα αποτελέσματα της προχθεσινής Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), ανάλογα
με την οπτική γωνία που βλέπει κανείς τα πράγματα, διαβάσαμε άκρως διιστάμενες
απόψεις και σχόλια, τα οποία κυμαίνονται από την πλήρη απογοήτευση και
κατήφεια μέχρι την συγκρατημένη αισιοδοξία και την ελπίδα.
Το ουσιαστικό, λοιπό, ερώτημα που
τίθεται είναι: Ποια ήταν τελικά η
απόφαση της Συνόδου Κορυφής;
Είναι βέβαιο ότι υπήρξε συμφωνία για την σύσταση Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης της οικονομίας
που πλήττεται σφοδρά από την πανδημία του κορονοϊού. Επίσης εξουσιοδοτήθηκε η Επιτροπή (Κομισιόν)
να επεξεργαστεί συγκεκριμένες προτάσεις για την εφαρμογή της εν λόγω απόφασης.
Είχε προηγηθεί η σε δραματικούς τόνους ανακοίνωση – προειδοποίηση της ΕΚΤ και της
Κριστίν Λαγκάρντ περί συρρίκνωσης του ΑΕΠ που μπορεί να αγγίξει και το 15% για
το 2020.
Στην Σύνοδο Κορυφής, για άλλη μια
φορά, οι Βόρειοι επέμειναν στη άποψη χορήγησης δανείων έστω και
μηδενικού κόστους και «αποκλείουν» το ευρωομόλογο, ενώ οι Νότιοι ζητούν μη επιστρεπτέες επιχορηγήσεις
και έκδοση κορονο-ομολόγου. Ωστόσο, είναι ευδιάκριτο ότι οι τόνοι έπεσαν και αποφεύχθηκαν από όλες τις πλευρές οι σκληρές
δηλώσεις∙ αντιθέτως έγιναν τοποθετήσεις, οι οποίες πρέπει να αναγνωστούν
με πολλή προσοχή.
Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ
Μακρόν δήλωσε, μετά τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ, ότι είναι απαραίτητες
χρηματοδοτικές μεταφορές (ανερχόμενες
σε αξία τουλάχιστον 5 έως 10% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της ΕΕ) σε κράτη που έχουν πληγεί περισσότερο
και όχι απλά δάνεια. Μάλιστα προειδοποίησε ότι «Η
Ευρώπη μας δεν έχει μέλλον αν δεν ξέρουμε πώς να παράσχουμε αυτή τη
δημοσιονομική στήριξη. Η ενιαία αγορά είναι μια ολότητα, ένα μπλοκ. Και η
ενιαία αγορά ευνοεί κάποιες περιοχές και χώρες που είναι οι πιο παραγωγικές
στην Ευρώπη, διότι παράγουν αγαθά που μπορούν να πουλήσουν σε άλλες περιοχές.
Αν εγκαταλείψουμε τις περιοχές αυτές, αν εγκαταλείψουμε ένα μέρος της Ευρώπης,
θα καταρρεύσει ολόκληρη η Ευρώπη».
Από την άλλη πλευρά, η Γερμανίδα Καγκελάριος, Ανγκέλα Μέρκελ δήλωσε
ξεκάθαρα ότι η Γερμανία είναι
διατεθειμένη να αυξήσει την συνεισφορά της στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της
Ε.Ε., προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το σχέδιο ανασυγκρότησης μετά την κρίση του
κορονοϊού. Επί λέξει ανέφερε ότι «Η
δημιουργία του ταμείου ανασυγκρότησης σημαίνει ασφαλώς ότι η Γερμανία θα πρέπει
να υπολογίζει μεγαλύτερη συνεισφορά για τον επόμενο προϋπολογισμό», τονίζοντας
ότι «αυτό είναι σωστό και καλό, καθώς τα
κράτη – μέλη δεν επλήγησαν όλα με τον ίδιο τρόπο από την πανδημία». Πρόσθεσε,
μάλιστα, ότι «μια κοινή ευρωπαϊκή απάντηση
στην πρόκληση του κορονοϊού είναι και προς το γερμανικό συμφέρον»,
επαναλαμβάνοντας ωστόσο και την πάγια θέση κατά της έκδοσης ευρωομολόγων.
Επιπροσθέτως, ο Ιταλός πρωθυπουργός, Τζουζέπε Κόντε ανέφερε
ότι την Σύνοδο Κορυφής επιτελέσθηκε
μεγάλη πρόοδος, η οποία ήταν αδιανόητη
μέχρι πριν λίγες εβδομάδες. Και δήλωσε ξεκάθαρα ότι «Το Ταμείο Ανάκαμψης πρέπει να αγγίξει το 1,5 τρισεκ. ευρώ και να
εγγυηθεί την μεταφορά πόρων άνευ επιστροφής στις χώρες μέλη. Είναι βασικής
σημασίας για να προστατευθούν οι εθνικές αγορές των χωρών μελών, να υπάρξουν
ίσοι όροι και συμμετρική απάντηση σε ένα συμμετρικό σοκ». Και η Ιταλία δεν
είναι οποιαδήποτε χώρα αλλά ιδρυτικό μέλος της Ε.Ε.
Ακόμα και ο άτεγκτος πολέμιος του
ευρωομολόγου, πρωθυπουργός της Ολλανδίας, Μαρκ
Ρούτε τουίταρε ότι: «Στη βάση των προτάσεων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εργαστούμε με
εποικοδομητικό τρόπο σε μια κοινή στρατηγική για την φάση ανάκαμψης, που θα
συνδέεται με τον πολυετή προϋπολογισμό».
Οι λοιπές χώρες του Νότου, δηλαδή Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα στήριξαν την πρόταση για τα Ταμείο
Ανάκαμψης ζητώντας μη επιστρεπτέες επιχορηγήσεις, ενώ η Ισπανία δεν φάνηκε αρνητική
και στα δάνεια υπό την μορφή μάλιστα των «αέναων δανείων», στα οποία καλύπτεται
μόνο το κόστος, το οποίο αυτή την στιγμή είναι μηδενικό λόγω των αρνητικών
επιτοκίων. Σημειώνεται ότι η Ελλάδα έθεσε το ζήτημα ειδικού προγράμματος για
την στήριξη του τουρισμού ενώ επισημάνθηκε η προκλητικότητα της Τουρκίας στο
Αιγαίο αλλά και στο μεταναστευτικό ζήτημα.
Από τα παραπάνω μπορεί να εκτιμήσει κανείς
ότι το πρώτο βήμα
έχει γίνει και ότι έχει υπάρξει μια πρώτη συμφωνία για
την χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Θα χρησιμοποιηθεί ως χρηματοδοτικό
εργαλείο το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ). Με απλά λόγια ο κοινοτικός προϋπολογισμός της περιόδου 2021-2027 θα
μπει και ως εγγύηση για
την έκδοση ομολόγων από την Ε.Ε., η οποία έχει άριστη πιστοληπτική
ικανότητα ΑΑΑ και άρα θα δανειστεί με τους καλύτερους όρους.
Αν πραγματοποιηθεί το παραπάνω
σίγουρα δεν θα έχουμε κοινή έκδοση χρέους των κρατών μελών εν στενή εννοία (όπως θα συνέβαινε με την έκδοση ευρωομολόγου)
αλλά στην πραγματικότητα θα έχει γίνει με έμμεσο
τρόπο κάποιας μορφής αμοιβαιοποίηση
χρέους μέσω του κοινοτικού προϋπολογισμού.
Θα πρόκειται για έναν ιστορικό
συμβιβασμό, ο οποίος θα έχει αναζωογονητική επίδραση στις οικονομίες των κρατών
– μελών αλλά θα σύρει και το όλο
εγχείρημα της Ε.Ε. ένα βήμα μπροστά.
Η Γαλλία, η οποία αποτελεί και τη
μοναδική πλέον ισχυρή στρατιωτική – πυρηνική δύναμη της Ε.Ε., και η περιλάλητη
για τις αριστοτεχνικές διατυπώσεις γαλλική διπλωματία εργάζονται πυρετωδώς προς
αυτή την κατεύθυνση ενός δίκαιου και αποτελεσματικού συμβιβασμού μιας και φαίνεται
πως είναι η χώρα που έχει την καθοριστική
πολιτική δύναμη να τραβήξει το κάρο της Ε.Ε. προς τα μπρος.
Από την άλλη μεριά, η Γερμανίδα
Καγκελάριος τόσο με τις δηλώσεις της περί αύξησης της συνεισφοράς της Γερμανίας
στον κοινοτικό προϋπολογισμό όσο και τις προ ημερών αναφορές σε χρηματοδοτικά
εργαλεία που δεν έχουμε ξαναδεί, προετοιμάζει την γερμανική κοινή γνώμη στην
κατεύθυνση της από κοινού αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης για όλα τα κράτη
μέλη της Ε.Ε. Τούτο φαίνεται και από την μεγάλη αλλαγή στην στάση του γερμανικού
τύπου έναντι αυτού του ζητήματος.
Τα παραπάνω «ομολόγησε» κατά κάποιο
τρόπο μετά τη Σύνοδο ο Μάριο Σεντένο, πρόεδρος του Γιούρογκρουπ, δηλώνοντας ότι
«βαδίζουμε σε κάποια μορφή κοινού χρέους,
το οποίο δεν θα αποκαλέσουμε κορονοομόλογα ή ευρωομόλογα και θα εκδοθεί από την
Ε.Ε.» ενώ η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, πρόεδρος της Κομισιόν ξεκαθάρισε ότι η
κοινοτική απάντηση θα περιλαμβάνει και επιχορηγήσεις και δάνεια στα κράτη μέλη,
αρνήθηκε να προσδιορίσει το ακριβές ποσό κάνοντας λόγο, ωστόσο, για τρισεκατομμύρια
και όχι για δισεκατομμύρια ευρώ.
Το δύσκολο
βήμα φαίνεται να έγινε. Μια πρώτη συμφωνία δείχνει να υπάρχει. Η πυρετώδης διαπραγμάτευση
συνεχίζεται όσον αφορά την κατανομή των πόρων. Από την ταχύτητα λήψης των
αποφάσεων θα εξαρτηθεί και η αποτελεσματικότητά των αναμενόμενων παρεμβάσεων.


