Κάθε χρόνο, την 25η Μαρτίου τιμούμε την έναρξη της Επανάστασης του 1821, που αποτελεί αναμφίλεκτα το σημαντικότερο γεγονός της νεότερης ιστορίας ιστορίας μας, καθότι μέσω αυτής ο ελληνισμός κατόρθωσε να αποκτήσει κρατική υπόσταση, στην Ευρώπη των εθνών – κρατών που σιγά σιγά γεννιόταν.
Η φετινή επέτειος έχει την ιδιαιτερότητα ότι συμπληρώνονται 200 χρόνια από την επανάσταση, η οποία αποτελεί γεγονός με παγκόσμια εμβέλεια στην διεθνή ιστοριογραφία.Η πανδημία και τα μέτρα προς αποφυγή διάδοσης του κορονοϊού (Sars Cov 2) και της συνοδής λόιμωξης COVID-19 μας εμποδίζει να γιορτάσουμε όπως θα θέλαμε αυτή την επέτειο ορόσημο. Ας είναι! Η προστασία της υγείας όλων μας, του αγαθού της δημόσιας υγείας ευρύτερα, καθώς και των ανθρώπινων ζωών πρωτεύει.Μόλις αυτός ο υγειονομικός εφιάλτης φτάσει στο τέλος του θα έχουμε άπλετο χρόνο για εορτασμούς, αλλά και ιστορικές συζητήσεις και αποτιμήσεις.
Μαζί, λοιπόν, με την εθνική επέτειο γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Η λέξη «ευαγγελισμός» σημαίνει «φέρνω καλά νέα» και αναφέρεται στην αναγγελία της γέννησης του Ιησού Χριστού, που δόθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στην Παναγία. Το νόημα αυτής της συμβολικής ταύτισης είναι προφανές. Το «ευαγγέλιο», το χαρμόσυνο δηλαδή μήνυμα της σωτηρίας του ανθρώπου εξομοιώνεται με την λύτρωση του έθνους από την σκλαβιά.
Το πρωταρχικό ερώτημα που περνά απ’ το μυαλό μας 200 χρόνια μετά είναι το εξής. Πώς φτάσαμε στην κήρυξη της Επανάστασης του 1821 ; Καθότι καμια επανάσταση δεν ξεσπά και κανένας αγώνας δεν εκκινείται έτσι στα ξαφνικά.
Στα 400 περίπου χρόνια σκλαβιάς, που ακολούθησαν την άλωση της Πόλης, ο ελληνικός λαός κατόρθωσε σε πολύ μεγάλο βαθμό να μην αφομοιωθεί, αλλά να διατηρήσει την εθνική του ταυτότητα, όπως αυτή εκφράζεται κυρίως μέσα από τη γλώσσα και τη θρησκεία του.
Οι υλικές καταστροφές, οι εξισλαμισμοί, τα παιδομαζώματα, οι βαριές φορολογίες και οι ποικίλες πιέσεις δεν έκαμψαν το φρόνημά του. Η οργάνωση σε κοινότητες κι η συσπείρωση γύρω από την Εκκλησία μας,καθώς και η δράση των κλεφτών και των αρματολών διατήρησαν άσβεστη την ελπίδα των υπόδουλων Ελλήνων για την αποτίναξη του ζυγού.
Βέβαια, είναι επίσης γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι οι διώξεις και οι αυθαιρεσίες από την οθωμανική εξουσία εξανάγκασαν κάποια από τα πιο δυναμικά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας στη μετανάστευση. Έτσι, όμως, δημιουργήθηκε και άκμασε αυτό που ονομάστηκε αργότερα παροικιακός ελληνισμός ,ο οποίος συνέβαλε τα μέγιστα στην υπόθεση της Ελευθερίας.
Σε μια εποχή που η Δυτική Ευρώπη προχωρούσε με άλματα στη διαμόρφωση νέων θεσμών και μέσα από το πνεύμα της Αναγέννησης τα γράμματα, οι επιστήμες και οι τέχνες σημείωναν εκπληκτική πρόοδο, ο Ελληνισμός αγωνιζόταν κυριολεκτικά για την επιβίωσή του.
Το έρεβος, όμως, των χρόνων της Άλωσης διαδέχθηκε σιγά σιγά το φως που ερχόταν από τους Έλληνες λογίους και τα ελληνικά τυπογραφεία της Δύσης.
Στο β΄ μισό του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, έλαβε χώρα εκτεταμένη αναγέννηση της Παιδείας, που ονομάστηκε από τους μελετητές και τους ιστορικούς ως Νεοελληνικός Διαφωτισμός.
Παντού, ιδρύονταν σχολεία και φωτισμένοι Δάσκαλοι του Γένους όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Ιώσηπος Μοισιόδακας, ο Άνθιμος Γαζής, ο Ρήγας Βελεστινλής, ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο Άνθιμος Γαζής και άλλοι πολλοί συνέβαλαν αποφασιστικά ώστε το έθνος μας να αποκτήσει τη συνείδηση της ύπαρξής του και στη συνέχεια την επιθυμία να αγωνιστεί για να αποτινάξει τον οθωμανικό ζυγό.
Σε ένα απόσπασμα από τον ιστορικό λόγο που εκφώνησε στους μαθητές του Γυμνασίου Αθηνών στην Πνύκα στις 13-11-1838 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει χαρακτηριστικά «Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία».
Σύμφωνα με το σχέδιο της Φιλικής Εταιρίας, η Επανάσταση θα εκδηλωνόταν ταυτόχρονα σχεδόν από τη Μολδοβλαχία μέχρι την Πελοπόννησο και από τη Σερβία μέχρι την Κωνσταντινούπολη.
"Λευτεριά ή Θάνατος" ακούστηκε σ’ όλες τις υπόδουλες ελληνικές περιοχές, από την Ήπειρο ως το Μοριά και από τη Ρούμελη ως τη Μακεδονία και τα νησιά.
Η Επανάσταση που ξεκίνησε στη Μολδοβλαχία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη το Φεβρουάριο του 1821 έσβησε τους πρώτους δύο μήνες.
Στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα, όμως, για λόγους οι οποίοι δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε, ο αγώνας εδραιώθηκε και ευδοκίμησε.
Ονόματα όπως Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Αθανάσιος Διάκος, Παπαφλέσας, Παλαιών Πατρών Γερμανός, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Αλέξανδρος & Δημήτριος Υψηλάντης, Κανέλλος Δεληγιάννης, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς, Δημήτρης Πλαπούτας, Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα, Μαντώ Μαυρογένους, Κωνσταντίνος Κανάρης, Ανδρέας Μιαούλης, Δημήτρης Παπανικολής, Χρήστος Παπαγεωργίου ή Αναγνωσταράς, Ιωάννης Δυοβουνιώτης, Παναγιώτης Γιατράκος, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Μάρκος Μπότσαρης, Κίτσος Τζαβέλλας, Ασημάκης Φωτήλας, Πανουργιάς Πανουργιάς, Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, Νικόλαος Σολιώτης, οι Μακεδόνες Τσάμης Καρατάσος και Εμμανουήλ Παππάς, οι κρήτες Μιχαήλ Κουρμούλης και Μιχαήλ Κοράκας και άλλοι πολλοί, έχουν μείνει στην Ιστορία ως παραδείγματα ηρωισμού και αυτοθυσίας. Είναι μορφές που πήραν μυθικές διαστάσεις στη συνείδηση του λαού μας. Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε και τους χιλιάδες ανώνυμους αγωνιστές που πολέμησαν και θυσιάστηκαν για την ελευθερία.
Τοπωνύμια όπως Δραγατσάνι, Βαλτέτσι, Καλαμάτα, Χάνι της Γραβιάς, Τριπολιτσά, Δερβενάκια, Μανιάκι, Αλαμάνα, περιβάλλονται με το στεφάνι της δόξας, της ηρωικής αντίστασης και της θυσίας. Η σφαγή της Χίου, η καταστροφή των Ψαρών, η έξοδος του Μεσολογγίου αποτελούν κορυφαίες στιγμές του αγώνα, που συγκίνησαν όλον τον κόσμο και δημιούργησαν ισχυρό ρεύμα Φιλελληνισμού ανά την υφήλιο, από την Ευρώπη και τις νεοϊδρυθείσες τότε Η.Π.Α έως την Ινδία και την πάμφτωχη Αϊτή, η οποία έχοντας προσφάτως απαλλαγεί από τον ζυγό της σκλαβιάς, ήταν η πρώτη χώρα που αναγνώρισε επίσημα την επανάσταση των Ελλήνων και τη διεκδίκηση της ελευθερίας τους!
Δεν θα αναφερθούμε εδώ με λεπτομέρειες στα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης·
ωστόσο θα ήταν παράλειψη αν δεν αναφερόμασταν στην Άλωση της Τριπολιτσάς. Η τελευταία κατείχε στρατηγική θέση και ήταν το διοικητικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Μοριά και η άλωσή της αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης.
Επιπλέον, θα ήθελα να σταθώ, σε ένα σημείο του Αγώνα που, αν και δεν ανήκει στις ένδοξες στιγμές του, πρέπει να αναφέρεται για να αποκτήσουμε εθνική αυτογνωσία ως λαός.
Κι αυτό δεν είναι άλλο από τους δύο εμφυλίους πολέμους, που έγιναν μέσα στην Επανάσταση κατά τα έτη 1823 και 1824 και οι οποίοι την έθεσαν σε κίνδυνο. Ο τυφλός κομματισμός, ο διχασμός και ο παροπλισμός άξιων οπλαρχηγών, η έλλειψη οικονομικών πόρων και η διοικητική ανικανότητα έφεραν την Επανάσταση στο χείλος του γκρεμού. Υπήρχε άμεσος κίνδυνος τόσες θυσίες να πάνε χαμένες και οι Έλληνες να μη γευθούν τη χαρά της Ελευθερίας. Τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο δύσκολα με την αποβίβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο το 1825 και την πτώση του Μεσολογγίου το 1826, καθώς και του φρουρίου της Ακρόπολης το 1827.
Η Ελληνική Επανάσταση, όμως, είχε ήδη τύχει διεθνούς αναγνώρισης από το 1823 πρώτον με την μεταστροφή της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής και την de facto αναγνώριση των Ελλήνων ως εμπόλεμου έθνους και δεύτερον με το ισχυρό ρεύμα Φιλελληνισμού. Συγχρόνως, ο Κολοκοτρώνης ξεκίνησε μια απελπισμένη αντεπίθεση στο Μοριά απειλώντας με φωτιά και τσεκούρι τους προσκυνημένους. Έτσι, προέκυψε η ναυμαχία του Ναυαρίνου, όπου ο στόλος των τριών τότε Μεγάλων Δυνάμεων και συγκεκριμένα οι στόλοι της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας κατέστρεψαν τον τουρκοαιγυπτιακό.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες κλήθηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης για να βάλει τάξη και να διεκδικήσει τα μέγιστα δυνατά όρια του νέου Ελληνικού Κράτους. Οι Μεγάλες Δυνάμεις -Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία- με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου τον Φεβρουάριο του 1830 καθόρισαν τελικά τα σύνορα του πρώτου Ελληνικού Κράτους, που περιελάμβανε την Πελοπόννησο, την Στερεά Ελλάδα και τις Κυκλάδες, στην γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού.
Κι όταν, όμως, ξημέρωσε η μέρα της λευτεριάς, οι περιπέτειες δεν έληξαν για τον λαό μας. Το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων αδελφών μας παρέμενε υπόδουλο και εκτός της επικράτειας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Απαιτήθηκαν 100 χρόνια αιματηρών αγώνων, με τον Μακεδονικό Αγώνα, τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την τραγική ήττα στη Μικρά Ασία, αλλά και η ενσωμάτωση των Επτανήσων, της Κρήτης και των Δωδεκανήσων, προκειμένου η πατρίδα μας να αποκτήσει τα σημερινά της σύνορα.
Πέραν πάσης αμφιβολίας, σε κάθε περίπτωση, η εθνεγερσία του 1821 έχει τις διαστάσεις ενός θαύματος.
Η λογική έλεγε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια εξέγερσης απέναντι στην ακατανίκητη μέχρι τότε Οθωμανική αυτοκρατορία αλλά και την συλλήβδην αντιδραστική Ιερή Συμμαχία των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι στα επαναστατικά κινήματα ήταν, εκ των προτέρων, καταδικασμένη σε αποτυχία. Τούτο είχε γίνει εξάλλου και στο παρελθόν με τα διάφορα προεπαναστατικά κινήματα. Ο Κολοκοτρώνης, αυτή η ηγετική μορφή του αγώνα, γράφει στα απομνημονεύματά του: «Ο κόσμος μάς έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελοί δεν εκάναμε την Επανάσταση, διότι ηθέλαμε συλλογισθεί δια πολεμοφόδια, καβαλαρία και πυροβολικό».
Κι όμως, η Επανάσταση του ’21 πέτυχε και επιβεβαίωσε περίτρανα ότι «ο Δαβίδ μπορεί να νικήσει τον Γολιάθ». Παρά τη διχόνοια και τα μελανά σημεία, οι πρόγονοί μας Αγωνιστές, μας παρέδωσαν ένα Συμβόλαιο Ελευθερίας γραμμένο με το αίμα τους.
Απέδειξαν ότι η αγωνιστικότητα και η ισχυρή θέληση ενός λαού μπορούν ν’ αλλάξουν την ιστορική του μοίρα, οι δούλοι μπορούν να γίνουν ελεύθεροι.
Να γιατί ο Αγώνας του ’21 παραμένει διαχρονικός κι επίκαιρος για όλους εμάς.
Νίκος_Γεωργαντάς