Θάλασσα - μπαλκόνι: 0-1
《Ό,τι έχετε για πέταμα, χάρτινα είδη, ξύλινα είδη, σιδερικά φωνάχτε τον παλιατζή.Να καθαρίσει το οικόπεδο, το διαμέρισμα,την ταράτσα,τα υπόγεια.Κουζίνες, ψυγεία,έπιπλα εγώ κουβαλάω και παίρνω...》
Απ' αυτή την χαριτωμένη, ηχητική και περιφερόμενη διαφήμιση αλλοτινών εποχών ξύπνησα προ ολίγου• πρώτη φορά μετά τόσους μήνες που κοιμήθηκα τόσες ώρες.Συσσωρευμένη κούραση που με έκανε να νιώθω κατάκοπος, στα όρια της εξουθένωσης.
Ανοίγω τα μάτια.Βλέπω τον ήλιο να τραιμοπαίζει με τις καφέ, κατεβασμένες γρίλιες κι απέναντί μου τη Νέα Υόρκη•με τους ιπτάμενους χορευτές στην κορυφή του κάθε ουρανοξύστη να παραδίδονται στις διαχεόμενες στην ατμόσφαιρα νότες και στα δεκάδες φωσφορίζοντα αστεράκια της νύχτας.Άπαντα κορεάτικης κατασκευής.
Φυσικά και δεν έχω παρανοήσει ούτε έχω τόσο ανεπτυγμένη φαντασία ώστε να επιτυγχάνω τέτοιες νοηρές απεικονίσεις, με την τσίμπλα στο μάτι. Απλώς ο τοίχος είναι καλυμμένος με ένα μεγάλων διαστάσεων αυτοκόλλητο τοίχου, από αυτά που πουλά το Πλαίσιο.
Κι ούτε που θυμάμαι τον λόγο για τον οποίο το αγόρασα πριν κάμποσα χρόνια κι είχα την υπομονή να το τοποθετήσω κομμάτι κομμάτι.
Η πρώτη μου κίνηση - με το που ανοίγω τα μάτια- είναι να ενεργοποιήσω το κινητό τηλέφωνο• πόσο γελοίος έχω καταντήσει, σκέφτομαι. Αλλά μήπως τελικά αυτό συμβαίνει στους περισσότερους.Λέω , μήπως, έχει λάβει χώρα ψηφιακός εθισμός.Να μου το θυμηθείτε θα ' ρθει η ώρα δημιουργίας κέντρων απεξάρτησης απ' το σμάρτφον, τα σόσιαλ μίντια κι όλα αυτά τα μαραφέτια.Αν δεν έχει έρθει ήδη.
Αίφνης θυμήθηκα την παρατήρηση φίλου σε πρόσφατη συζήτηση.Την ύπαρξη κινδύνου υποκατάστασης της αληθινής ζωής από την εικονική.Περιττό να πω ότι αυτός με το πάτημα ενός κουμπιού έκλεισε λογαριασμούς σε φμπ, ίνσταγκραμ και τουίτερ.Δεν ξέρω αν το μετάνιωσε.Δεν τον έχω δει από τότε, επικοινωνούσαμε κυρίως μέσω μκδ.
Επιστρέφω στα δικά μου.Παλιότερα, από παιδάκι ακόμα, μαθητής του δημοτικού, η πρώτη μου σκέψη την Κυριακή, ήταν να πάω να πάρω κυριακάτικες εφημερίδες.Με έπιανε τρέλα αν δεν πήγαινα.Σήμερα κάνω το ίδιο αλλά πρώτα έχω δει τα πρωτοσέλιδα στο σμάρτφον.
Γυρίζοντας σπίτι απ' το περίπτερο με τις εφημερίδες ανά χείρας κι έναν πύραυλο μάγκνουμ ( αυτόν με το φουντούκι) θυμάμαι την κλασική ατάκα του μπαμπά μου " Τι κουράζεσαι και διαβάζεις τόσες εφημερίδες.Φοβάσαι μην πέσουν τα καράβια σου έξω;"
Διαχρονική διαπίστωση, την επαναλαμβάνει και σήμερα, τις Κυριακές που βρίσκομαι στην Αιγείρα.
Ανοίγω, τελικά, το τηλέφωνο. Βλέπω κλήσεις επί κλήσεων από τις 08.30 π.μ.Να πάμε, λέει στη θάλασσα, στο Σούνιο, στα Λεγρενά.Ευτυχώς που είχα κλειστό το κινητό και δεν ξύπνησα.
Βγαίνω στο μπαλκόνι.Ανάμεσα στα παραμελημένα λουλούδια μου (το μπέντζαμιν φωνάζει βοήθεια, το ίδιο και οι γαριφαλιές) κάθομαι σε μια μικρή καρέκλα.Σηκώνομαι, φέρνω νερό και ποτίζω τα φυτά, βάζω και από μια κουταλίτσα λίπασμα στο καθένα.
Τελικά ξανακάθομαι, πίνω τον ελληνικό καφέ μου με γάλα και ξεφυλλίζω τις εφημερίδες.Που και που ρίχνω καμια κλεφτή ματιά στην απέναντι θέα.Στις βρόμικες πλάτες των πολυκατοικιών, στην άδεια αποθήκη του τζάμπο, στα αντικρινά μπαλκόνια, στις νερατζιές.Α, φαίνεται και λίγος ουρανός αν σηκώσεις τα μάτια!
Απορώ πώς δεν την έχω μισήσει την πόλη τόσα χρόνια.
Τα παιδιά της οικογένειας που μένει στο ισόγειο της απέναντι πολυκατοικίας κλαίνε και στριγγλίζουν γοερά, με αναφιλητά.Τους είχαν τάξει ότι θα πάνε στην θάλασσα αλλά δεν πήγαν.
" Μην κλαίτε", τους φωνάζω.
" Πήγα εγώ στην θάλασσα, ήταν πολύ πολύ κρύα, γεμάτη τσούχτρες και γύρισα, φάτε τα παγωτά σας, μη λιώσουν".
Με κοιτάζουν απορημένα αλλά σταματούν το κλάμα.
Τώρα ακούγονται φωνές παιχνιδιού και πειράγματα.Και οι σκέψεις μου, ίσως...
ΝΘΓ


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου