ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ – ΚΙ ΟΜΩΣ ΞΕΧΑΣΑΜΕ… …
του Νίκου Γεωργαντά
Την αυγή της 20ης
Ιουλίου 1974 ξεκίνησε η τουρκική εισβολή στο νησί της Αφροδίτης, την Κύπρο. Η
επιχείρηση έφερε το κωδικό όνομα «ΑΤΤΙΛΑΣ» και άρχισε λίγο μετά τις 5 το πρωί.
Τουρκικά αποβατικά, παντελώς ανενόχλητα, αποβίβασαν δυνάμεις στην περιοχή Πέντε
Μίλι, οκτώ χιλιόμετρα δυτικά της Κερύνειας.
Η ελληνική πλευρά κοιμόταν ύπνο
μακάριο ή άλλως του αδίκου (και όχι του δικαίου).
Και τούτο διότι λίγες ημέρες ενωρίτερα, την 15η Ιουλίου, κατ’ εντολή της χούντας των Αθηνών με το προδοτικό πραξικόπημα κατά του Μακαρίου Γ’ (κοσμικό όνομα: Μιχαήλ Χριστοδούλου Μούσκος) είχε δοθεί στο τουρκικό καθεστώς η τέλεια αφορμή και δικαιολογία. Η Τουρκία υποστήριξε ότι επρόκειτο για «ειρηνική επέμβαση», με σκοπό την επαναφορά της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο, που είχε καταλυθεί από το πραξικόπημα κατά του νομίμως εκλεγμένου προέδρου.
Οι εισβολείς χτύπησαν ανελέητα
στρατιωτικούς στόχους και μη. Άοπλοι και άμαχοι δολοφονήθηκαν, γυναίκες
βιάστηκαν και αιχμάλωτοι στρατιώτες εκτελέστηκαν.
Στην Αθήνα, η προδοτική χουντική
κυβέρνηση, κυριολεκτικά, παρουσίαζε εικόνα πρωτοφανούς διάλυσης και αποσύνθεσης. Με μεγάλη καθυστέρηση κηρύχθηκε
γενική επιστράτευση η οποία κατέληξε σε φαρσοκωμωδία. Τούτο αποδεικνύει την
τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι ένοπλες δυνάμεις.Το στρατιωτικό καθεστώς τις είχε ξεχαρβαλιάσει. Το ΕΙΡΤ μετέδωσε
την είδηση περί τις 11.00.
Ο πατέρας μου, που τότε ήταν 26
ετών, μού έχει διηγηθεί ότι έκανε αγροτικές εργασίες στα Αρφαρά Αχαΐας (Αμπελόκηποι), οι οποίες σταμάτησαν απότομα, μιας και η αλωνιστική
μηχανή και οι εργάτες σε αυτή έφυγαν. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν και γυναίκες έκλαιγαν στους δρόμους νομίζοντας ότι οι άντρες τους θα πάνε στον πόλεμο. Μετέβη με δική του πρωτοβουλία στο αστυνομικό τμήμα στην Ακράτα, 10 χλμ. απόσταση, με το απολυτήριο του στρατού ανά χείρας. Δεν γνώριζαν απολύτως τίποτα, απλώς του επεσήμαναν ότι αφού έχει λευκό
απολυτήριο δεν χρειάζεται να παρουσιαστεί πουθενά και θα πληροφορηθεί τις εξελίξεις
μέσω του δικτύου της ΥΕΝΕΔ. Άλλους πολύ
μεγαλύτερους σε ηλικία τους διασκόρπισαν ανά την Ελλάδα και πολλούς τους ξέχασαν
χωρίς τροφή και τα στοιχειώδη. Η ταινία οι Γενναίοι της Σαμοθράκης αποδίδει
πολύ ρεαλιστικά την κατάσταση.
Ο Τζόσεφ Σίσκο, Αμερικανός
υφυπουργός εξωτερικών, αναζητεί εκείνες τις κρίσιμες ώρες αρμόδιο για συνομιλίες αλλά δε βρίσκει κανέναν. Το κενό εξουσίας είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού. Οι δικτάτορες κρύφτηκαν, με
πρώτο και καλύτερο τον επονομαζόμενο και αόρατο, Δημήτριο Ιωαννίδη.
Οι μονάδες της Εθνικής Φρουράς
και της ΕΛΔΥΚ, μετά το σοκ των πρώτων ωρών (ελληνοκύπριοι και ελλαδίτες) πολέμησαν με αυτοθυσία, χωρίς όμως να διαθέτουν αεροπορική κάλυψη.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, το ίδιο βράδυ, εκδίδει το υπ’ αριθμόν 353 ψήφισμα, με το
οποίο καλεί σε κατάπαυση του πυρός και σε αποχώρηση από την Κύπρο του «ξένου
στρατιωτικού δυναμικού».
Την επόμενη ημέρα, οι Έλληνες
στρατηγοί απορρίπτουν εισήγηση για επέμβαση στην Κύπρο, διότι προβλέπουν
αποτυχία.Οι χουντικοί κυβερνήτες, μετά την προδοτική κίνηση, έχουν χαθεί από προσώπου γης.Ήδη κυκλοφορεί η φήμη ότι επιστρέφει ο Καραμανλής απ' το Παρίσι.
Στην Ελλάδα υπό το βάρος της εθνικής τραγωδίας δρομολογήθηκε η
μεταπολίτευση. Στις 24.07.1974 σχηματίστηκε de facto κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον
Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Γεώργιος Μαύρος, από την προδικτατορική Ένωση Κέντρου, ανέλαβε την ηλεκτρική καρέκλα του Υπεξ.
Και παρά τις συνομιλίες
ακολούθησε ο Αττίλας ΙΙ που είχε ως κατάληξη τη κατάληψη του 37% της μεγαλονήσου.
Έκτοτε κάθε χρόνο διαβάζουμε ΔΕΝ
ΞΕΧΝΩ! Μπορεί ο ελληνισμός να πέτυχε την ένταξη της Κυπριακής
Δημοκρατίας στην Ε.Ε. ως ισότιμο μέλος αλλά οι πληγές ποτέ δεν επουλώθηκαν.
Το φέισμπουκ και τα λοιπά μέσα κοινωνικής δικτύωσης πλημμύρισαν χθες με κάρτες και φωτό ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ.
Η λήθη αποτελεί τον μεγαλύτερο εχθρό.
Η Λευκωσία, όμως, είναι η τελευταία διαιρεμένη πόλη στην Ευρώπη. Οι νεκροί, οι αγνοούμενοι κι όσοι αγωνίστηκαν παραμένουν αδικαίωτοι.
ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ, ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ, ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ...
Κι όμως ξεχάσαμε τις μανάδες των αγνοουμένων με τις φωτογραφίες τους στην αγκαλιά τους.
Πώς μπορέσαμε και ξεχάσαμε το βλέμα τους, τα μάτια τους;
Κι όμως μπορέσαμε.
Κι ας βλέπουμε παντού γύρω μας για μια μέρα: ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ...








